-------------------------------------------------------------------------------------------------+ IHS +-------------------------------------------------------------------------------------------------

Ευαγγελική περικοπή Κυριακής των Βαΐων 28 Απριλίου

Πάθος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Kατά Λουκάν, 23:1-49

Τον καιρό εκείνο, όλοι τους σηκώθηκαν και έφεραν τον Ιησού στον Πιλάτο. Τότε άρχισαν να τον κατηγορούν λέγοντας: «Αυτόν τον συλλάβαμε να ξεσηκώνει το έθνος μας, να εμποδίζει να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα και να λέει ότι είναι ο Χριστός Βασιλιάς». Τότε ο Πιλάτος τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;». Κι εκείνος του απάντησε: «Εσύ το λες». Τότε ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στο πλήθος: «Δε βρίσκω καμιά αιτία καταδίκης σ’ αυτό τον άνθρωπο». Αλλά εκείνοι επέμεναν λέγοντας: «Ξεσηκώνει το λαό, διδάσκοντας σε όλη την Ιουδαία. Άρχισε απ’ τη Γαλιλαία κι έφθασε μέχρι εδώ». Όταν ο Πιλάτος το άκουσε, ρώτησε αν ο άνθρωπος αυτός ήταν Γαλιλαίος. Κι όταν έμαθε ότι προέρχεται απ’ τη δικαιοδοσία του Ηρώδη, έστειλε τον Ιησού στον Ηρώδη, που κι αυτός βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ εκείνες τις ημέρες.

Ο Ιησούς ενώπιον στον Ηρώδη
Ο Ηρώδης, όταν είδε τον Ιησού, χάρηκε πολύ, διότι από πολλά χρόνια ήθελε να τον δει, εξαιτίας όσων άκουγε γι’ αυτόν κι έλπιζε να δει τον Ιησού να κάνει κάποιο θαύμα. Του έκανε, λοιπόν, πολλές ερωτήσεις, αλλά ο Ιησούς δεν του απαντούσε τίποτα. Βρίσκονταν εκεί και οι αρχιερείς και οι γραμματείς που τον κατηγορούσαν με επιμονή. Τότε ο Ηρώδης μαζί με τους στρατιώτες του τον εξύβρισε, τον περιέπαιξε και αφού τον έντυσε με λαμπρό φόρεμα, τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. Έγιναν φίλοι μεταξύ τους από εκείνη την ημέρα ο Ηρώδης και ο Πιλάτος, διότι πριν ήταν εχθροί.

Ο Ιησούς και πάλι ενώπιον του Πιλάτου
Τότε ο Πιλάτος συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες και το λαό και τους είπε: «Μου φέρατε αυτόν εδώ τον άνθρωπο ως υποκινητή του λαού, κι εγώ ενώπιόν σας τον ανέκρινα και δε βρήκα αυτό τον άνθρωπο σε τίποτα αίτιο για όσα τον κατηγορείτε. Αλλά ούτε κι ο Ηρώδης, αφού τον έστειλε πίσω σε μας. Είναι φανερό πως αυτός δεν έχει κάμει τίποτα που να αξίζει το θάνατο. Αφού, λοιπόν, τον βασανίσω, θα τον απολύσω». Τότε όλο το πλήθος φώναξε και είπε: «Σκότωσέ τον και απόλυσε για χάρη μας το Βαραββά!». Αυτός ήταν στη φυλακή για κάποια επανάσταση που είχε γίνει στην πόλη και για φόνο. Ο Πιλάτος και πάλι τους μίλησε, θέλοντας να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού. Αλλά εκείνοι φώναζαν λέγοντας: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον!». Αλλά ο Πιλάτος τους μίλησε για τρίτη φορά και τους είπε: «Τι κακό έκαμε αυτός ο άνθρωπος; Εγώ δε βρήκα να έχει κάμει τίποτα που να τιμωρείται με θάνατο. Αφού, λοιπόν, τον βασανίσω, θα τον απολύσω». Αλλά εκείνοι επέμεναν με δυνατές φωνές, ζητώντας να τον σταυρώσουν, και οι φωνές τους υπερίσχυσαν. Τότε ο Πιλάτος αποφάσισε να γίνει το αίτημά τους: απέλυσε αυτόν που ζητούσαν και που ήταν στη φυλακή για επανάσταση και φόνο, ενώ τον Ιησού τον παρέδωσε για να τον κάνουν ό,τι θέλουν.

Στο δρόμο του Γολγοθά
Κι ενώ τον πήγαιναν να τον σταυρώσουν, έπιασαν κάποιον Σίμωνα Κυρηναίο που γύριζε απ’ το χωράφι του και τον φόρτωσαν με το σταυρό για να τον σηκώνει πίσω απ’ τον Ιησού. Τον ακολουθούσε μεγάλο πλήθος λαού και γυναίκες που έκλαιγαν και τον θρηνούσαν. Ο Ιησούς τότε στράφηκε προς αυτές και τους είπε: «Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα, αλλά να κλαίτε για σας και για τα παιδιά σας. Διότι έρχονται ημέρες που θα πουν: “Καλότυχες οι στείρες και οι μήτρες που δε γέννησαν κι οι μαστοί που δεν έθρεψαν!”. Τότε θα αρχίσουν να λένε στα βουνά: “Πέσετε επάνω μας” και στους λόφους: “Σκεπάστε μας”. Διότι αν στο χλωρό ξύλο κάνουν αυτά τα πράγματα, τι δε θα κάμουν στο ξερό;» Μαζί με τον Ιησού πήγαιναν και άλλους δυο κακούργους για να τους εκτελέσουν.

Η σταύρωση
Όταν έφθασαν στον τόπο που λέγεται «Κρανίο», εκεί σταύρωσαν τον Ιησού και τους δυο κακούργους, τον έναν στα δεξιά και τον άλλο στα αριστερά. Κι ο Ιησούς έλεγε: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, διότι δεν ξέρουν τι κάνουν». Μοιράστηκαν, τότε, τα ρούχα του κι έριξαν κλήρο.

Ο Ιησούς στο σταυρό υβρίζεται και περιπαίζεται
Ο λαός στεκόταν κι έβλεπε. Τον κορόιδευαν τότε οι άρχοντες, λέγοντας: «Άλλους έσωσε, ας σώσει τον εαυτό του, αν αυτός είναι ο Χριστός, ο εκλεκτός του Θεού». Τον περιέπαιζαν και οι στρατιώτες, που πήγαιναν και του έδιναν ξίδι και του έλεγαν: «Αν είσαι συ ο βασιλιάς των Ιουδαίων, σώσε τον εαυτό σου». Υπήρχε και μια επιγραφή από επάνω του: «Αυτός είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων.

Ο «καλός ληστής»
Ένας απ’ τους σταυρωμένους κακούργους τον βλαστημούσε λέγοντας: «Εσύ δεν είσαι ο Χριστός; Σώσε τον εαυτό σου και μας!». Απάντησε τότε ο άλλος, επιτιμώντας τον και είπε: «Ούτε εσύ φοβάσαι το Θεό, που βρίσκεται στην ίδια καταδίκη; Εμείς, βέβαια, δίκαια, διότι δεχόμαστε δίκαιη ανταμοιβή των όσων πράξαμε, ενώ αυτός δεν έπραξε κανένα κακό» Κι έλεγε: «Ιησού, θυμήσου με, όταν έλθεις στη Βασιλεία σου!». Κι ο Ιησούς του είπε: «Αλήθεια σου λέω: σήμερα θα είσαι μαζί μου στο Παράδεισο».

Ο θάνατος του Ιησού
Ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι κι έπεσε σκοτάδι επάνω σ’ όλη τη γη μέχρι τις τρεις το απόγευμα, επειδή έγινε έκλειψη ηλίου και το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στη μέση. Τότε ο Ιησούς φώναξε με δυνατή φωνή και είπε: «Πατέρα μου, στα χέρια σου παραδίνω το πνεύμα μου». Κι όταν είπε αυτό, εξέπνευσε.

Μετά το θάνατο του Ιησού
Βλέποντας τότε ο εκατόνταρχος τι συνέβη, δόξασε το Θεό, λέγοντας: «Πράγματι, αυτός ο άνθρωπος ήταν δίκαιος». Κι όλος ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί εκεί για να δει το θέαμα, βλέποντας όσα συνέβησαν, χτυπούσαν το στήθος τους και γύριζαν πίσω. Μακριά στέκονταν όλοι οι γνωστοί του Ιησού, και οι γυναίκες, που τον ακολουθούσαν από τη Γαλιλαία, τα παρατηρούσαν όλα αυτά.

Μπορείτε να διαβάσετε τα αναγνώσματα, τον αντιφωνικό ψαλμό και το προκείμενο του Ευαγγελίου της Κυριακής στον ιστοχώρο της Μονής, στη σελίδα "Ο Λόγος του Κυρίου".