-------------------------------------------------------------------------------------------------+ IHS +-------------------------------------------------------------------------------------------------

Ευαγγελική περικοπή Κυριακής 1 Ιουλίου 2012

Κορίτσι, σου λέω, σήκω.

Kατά Μάρκον, 15:21-43

Τον καιρό εκείνο, αφού πάλι ο Ιησούς πέρασε με το πλοιάριο στην αντίπερα όχθη, συγκεντρώθηκε κόσμος πολύς γύρω του και βρισκόταν κοντά στη θάλασσα. Έρχεται τότε ένας από τους αρχισυνάγωγους, ονομαζόμενος Ιάειρος, ο οποίος, όταν είδε τον Ιησού, έπεσε στα πόδια του, και τον παρακαλούσε πολύ, λέγοντας: «Η κορούλα μου είναι στα τελευταία της. Έλα να βάλεις τα χέρια σου επάνω της, για να σωθεί και να ζήσει». Κι αναχώρησε μαζί του. Κόσμος πολύς τον ακολουθούσε και τον συμπίεζε. Τότε, μια γυναίκα που υπέφερε από αιμορραγία από δώδεκα χρόνια και πολλά είχε πάθει από πολλούς γιατρούς και είχε δαπανήσει όλη της την περιουσία και δεν είχε ωφεληθεί τίποτα, αλλά μάλλον είχε χειροτερέψει, όταν άκουσε για τον Ιησού, πήγε ανάμεσα στον κόσμο από πίσω και άγγιξε το φόρεμά του. Έλεγε, πράγματι: «Και μόνο αν αγγίξω το φόρεμά του, θα σωθώ». Κι αμέσως ξεράθηκε η πηγή της αιμορραγίας της και αισθάνθηκε στο σώμα της ότι θεραπεύθηκε από την αρρώστια που τη μάστιζε. Αμέσως ο Ιησούς, αισθανόμενος τη δύναμη που βγήκε από μέσα του, στράφηκε προς τον κόσμο και είπε: «Ποιος άγγιξε το φόρεμά μου;». Του είπαν οι μαθητές του: «Βλέπεις τον κόσμο που σε συμπιέζει και ρωτάς “ποιος με άγγιξε;”». Εκείνος έφερε γύρω το βλέμμα του, για να δει εκείνη που τον άγγιξε. Η γυναίκα, τότε, φοβισμένη και τρέμοντας, επειδή γνώριζε αυτό που της συνέβη, πήγε κι έπεσε ενώπιόν του και του είπε όλη την αλήθεια. Κι ο Ιησούς της είπε: «Κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε σε ειρήνη και να είσαι θεραπευμένη απ’ την αρρώστια σου». Ενώ ακόμα ο Ιησούς μιλούσε, έφθασαν άνθρωποι από το σπίτι του αρχισυνάγωγου που είπαν: «Η κόρη σου πέθανε. Γιατί να ταλαιπωρείς ακόμα το διδάσκαλο;». Όταν άκουσε ο Ιησούς το λόγο που είπαν, λέει στον αρχισυνάγωγο: «Μη φοβάσαι. Μόνο πίστευε». Και δεν άφησε κανέναν να τον ακολουθήσει, παρά μόνο τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τον αδελφό του Ιακώβου. Έφθασαν στο σπίτι του αρχισυνάγωγου, και βλέπει θόρυβο και ανθρώπους να κλαίνε και να θρηνούν πολύ. Όταν μπήκε μέσα, τους είπε: «Γιατί κάνετε θόρυβο και κλαίτε; Το παιδί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Αυτοί τον περιγελούσαν. Ο Ιησούς τους έβγαλε όλους έξω, πήρε τον πατέρα του παιδιού και τη μητέρα του κι αυτούς που ήταν μαζί του, και πάει εκεί που βρισκόταν το παιδί. Έπιασε το χέρι του παιδιού και της λέει: «Ταλιθά κουμ», που σημαίνει «Κορίτσι, σου λέω, σήκω». Κι αμέσως σηκώθηκε το κορίτσι και περπατούσε. Ήταν δώδεκα χρόνων. Και μεγάλη κατάπληξη τους κυρίεψε όλους. Τους έδωσε, τότε, αυστηρές εντολές, για να μην το μάθει αυτό κανείς και είπε να δώσουν στο κορίτσι να φάει.

Μπορείτε να διαβάσετε τα αναγνώσματα, τον αντιφωνικό ψαλμό και το προκείμενο του Ευαγγελίου της Κυριακής στον ιστοχώρο της Μονής, στη σελίδα "Ο Λόγος του Κυρίου".