-------------------------------------------------------------------------------------------------+ IHS +-------------------------------------------------------------------------------------------------

Σκέψεις για το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής

Κύριε μάθε με να είμαι απλός και καλός

17 Σεπτεμβρίου 2011, 25η Κυριακή μέσα στο χρόνο
Κατά Ματθαίον, 20:1-16α

H βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ' έναν γαιοκτήμονα, που βγήκε νωρίς το πρωί να προσλάβει εργάτες για το αμπέλι του. Συμφώνησε με τους εργάτες να τους πληρώσει ένα δηνάριο την ημέρα, και τους έστειλε στο αμπέλι του. Όταν γύρω στις εννιά βγήκε στην αγορά είδε άλλους να στέκονται εκεί χωρίς δουλειά, και τους είπε: «πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι και θα σας δώσω ό,τι είναι δίκαιο». Έφυγαν κι αυτοί για το αμπέλι. Όταν ξαναβγήκε κατά τις δώδεκα και κατά τις τρεις, έκανε το ίδιο. Κατά τις πέντε, βγήκε και βρήκε κι άλλους να κάθονται, και τους ρωτάει: «γιατί κάθεστε εδώ άνεργοι όλη την ημέρα;» «Κανένας δε μας πήρε στη δουλειά», του απαντούν. «Πηγαίνετε», τους λέει, «κι εσείς στο αμπέλι μου και θα πάρετε ό,τι δικαιούσθε». Όταν βράδιασε, λέει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού στο διαχειριστή του: «φώναξε τους εργάτες και πλήρωσέ τους το μεροκάματο, αρχίζοντας από τους τελευταίους ως τους πρώτους». Ήρθαν λοιπόν αυτοί που έπιασαν δουλειά στις πέντε και πήραν από ένα δηνάριο. Ήρθαν και οι πρώτοι και νόμισαν πως θα πάρουν περισσότερα· πήραν όμως κι αυτοί από ένα δηνάριο. Όταν το πήραν, άρχισαν να διαμαρτύρονται εναντίον του γαιοκτήμονα: «αυτοί οι τελευταίοι», έλεγαν, «εργάστηκαν μία ώρα και τους εξίσωσες μ' εμάς, που υπομείναμε το μόχθο και τον καύσωνα μιας ολόκληρης μέρας;» Εκείνος όμως γύρισε σ' έναν απ' αυτούς και του είπε: «φίλε, δε σε αδικώ· δε συμφώνησες μαζί μου ένα δηνάριο; Πάρ' το και πήγαινε. Εγώ θέλω να πληρώσω αυτόν που ήρθε τελευταίος όσο και σένα. Δεν μπορώ τα λεφτά μου να τα κάνω ό,τι θέλω; Ή μήπως επειδή είμαι καλός, αυτό προκαλεί τη ζήλεια σου; Έτσι θα βρεθούν οι τελευταίοι πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι. Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί.

Συμφώνησε με τους εργάτες να τους πληρώσει ένα δηνάριο την ημέρα, και τους έστειλε στο αμπέλι του. Όταν γύρω στις εννιά βγήκε στην αγορά είδε άλλους να στέκονται εκεί χωρίς δουλειά, και τους είπε: «πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι και θα σας δώσω ό,τι είναι δίκαιο». Έφυγαν κι αυτοί για το αμπέλι. Όταν ξαναβγήκε κατά τις δώδεκα και κατά τις τρεις, έκανε το ίδιο. Κατά τις πέντε, βγήκε και βρήκε κι άλλους να κάθονται, και τους ρωτάει: «γιατί κάθεστε εδώ άνεργοι όλη την ημέρα;» «Κανένας δε μας πήρε στη δουλειά», του απαντούν. «Πηγαίνετε», τους λέει, «κι εσείς στο αμπέλι μου και θα πάρετε ό,τι δικαιούσθε".
Με την παραβολή αυτή, ο Χριστός θέλει να δείξει το αληθινό πρόσωπο του Θεού μέσω του γαιοκτήμονα. Υπάρχει μεγάλη ανεργία και πολλοί εργάτες περιμένουν στην αγορά με την ελπίδα να τους προσλάβει κάποιος. Ο καλός γαιοκτήμονας, βλέποντας όλους αυτούς, σίγουρα θα ένιωσε την αγωνία, την δυστυχία και την απελπισία τους. Δεν κάθεται παθητικός, αλλά τους συναντά και προσλαμβάνει ασταμάτητα, βγαίνοντας στην αγορά μέχρι και πέντε φορές εκείνη την ημέρα. Όπως ο γαιοκτήμονας έτσι και ο Θεός δε μένει απαθής στην αγωνία και την απελπισία μας. Νοιάζεται και θέλει να μας συναντήσει εκεί ακριβώς που αγωνιούμε και απελπιζόμαστε. Όταν προσεύχομαι, είχα ποτέ το θάρρος να εκτεθώ μπροστά στον Θεό ειλικρινά χωρίς να ντρέπομαι και να φανερώσω τον εαυτό μου αδύναμο και απελπισμένο όπως οι εργάτες χωρίς δουλειά; Έχω την εμπειρία ότι ο Θεός βρίσκεται πράγματι δίπλα μου στις δύσκολες στιγμές; Πότε; Αφού σκεφτώ τις στιγμές εκείνες που ο Θεός υπήρξε στήριγμά μου, λέω την εξής προσευχή: «Ιησού Χριστέ, εσύ που αγκαλιάζεις κάθε αδύναμη και απελπισμένη καρδιά χωρίς να κρίνεις, στρέψε το φιλικό βλέμμα σου προς εμένα. Έλα σε παρακαλώ ν' αγγίξεις την καρδιά μου και διώξε από μέσα μου κάθε αγωνία, λύπη και απελπισία. Επίσης ρίξε το γενναιόδωρο φώς σου έτσι ώστε να λάμψει μέσα μου θάρρος, πίστη και ελπίδα». ...

…και τους είπε: «πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι και θα σας δώσω ό,τι είναι δίκαιο".
Ας ακούσουμε με την καρδιά μας αυτά τα γεμάτα παρηγοριά λόγια: «Πηγαίνετε και εσείς στο αμπέλι και θα σας δώσω ό,τι είναι δίκαιο». Χωρίς να υπολογίζει τα λεφτά και το χρόνο, ο καλός γαιοκτήμονας βοηθά και παρηγορεί όποιον βρίσκει μπροστά του. Νοιάζομαι και εγώ για τα προβλήματα των άλλων όπως ο γαιοκτήμονας; Έχω βοηθήσει ανθρώπους χωρίς να κάνω προσεκτικούς υπολογισμούς, δείχνοντας την ανάλογη υπομονή και επιμονή; Με ποιόν τρόπο έχω παρηγορήσει ανθρώπους γύρω μου; Αφού αναλογιστώ σοβαρά τη στάση μου προς τους άλλους, λέω την εξής προσευχή: «Κύριε σ' ευχαριστώ για όλες εκείνες τις στιγμές που ήμουνα μια πραγματική παρηγοριά και βοήθεια στους άλλους. Αλλά Κύριε υπάρχουν στιγμές που μένω απαθής μπροστά στην δυστυχία των ανθρώπων. Κύριε μη με αφήσεις να μείνω αναίσθητος στις δυσκολίες των άλλων. Δώσε μου μια ευαίσθητη ψυχή έτσι ώστε να είμαι δίπλα σε όποιον χρειάζεται τη βοήθεια μου».
Ήρθαν και οι πρώτοι και νόμισαν πως θα πάρουν περισσότερα· πήραν όμως κι αυτοί από ένα δηνάριο. Όταν το πήραν, άρχισαν να διαμαρτύρονται εναντίον του γαιοκτήμονα: «αυτοί οι τελευταίοι», έλεγαν, «εργάστηκαν μία ώρα και τους εξίσωσες μ' εμάς, που υπομείναμε το μόχθο και τον καύσωνα μιας ολόκληρης μέρας;»
Ακούστε πως διαμαρτύρονται οι πρώτοι εργάτες από ζήλια, επειδή ο γαιοκτήμονας ανταμείβει εξίσου τους τελευταίους, χωρίς να σκεφτούν ότι οι τελευταίοι ήταν περισσότερο απελπισμένοι σε σχέση με αυτούς, αφού έχασαν μια ολόκληρη μέρα μες στην αγωνία, περιμένοντας να βρουν δουλειά. Μήπως και εγώ παραπονιέμαι συχνά και συγκρίνω τον εαυτό μου με τους άλλους, όπως οι πρώτοι εργάτες; Μήπως έχω ζηλέψει ανθρώπους επειδή κάποιος γνωστός μου συμπεριφέρθηκε πολύ καλύτερα σε αυτούς απ' ότι εμένα; Κάθισα να σκεφτώ ότι οι άλλοι μπορεί να είχαν περισσότερη ανάγκη για στήριξη απ' όση είχα εγώ; Ύστερα λέω την εξής προσευχή: «Κύριε υπάρχουν στιγμές που ζηλεύω πολύ και θέλω αυτά που έχουν οι άλλοι. Πολλές φορές δεν ευχαριστιέμαι και δεν αρκούμαι με αυτά που έχω. Και γνωρίζω ότι αυτή η ζήλεια μου μ' έχει οδηγήσει στην καταστροφή και στην αχαριστία. Σε παρακαλώ Θεέ μου, γιάτρεψε την καρδιά μου και ξερίζωσε από μέσα μου τη ζήλεια. Δώσε μου μια καρδιά απλή που αρκείται και ευχαριστιέται στα λίγα και που χαίρεται για το καλό που γίνεται στους άλλους.»
Πάρ' το και πήγαινε. Εγώ θέλω να πληρώσω αυτόν που ήρθε τελευταίος όσο και σένα.
Με αυτά τα λόγια, ο καλός γαιοκτήμονας κόβει την φόρα στην απληστία. Εγώ σε τι είμαι άπληστος (στα χρήματα, στα ρούχα, στο φαγητό, κ.ά.); Μήπως πρέπει να μετριάσω κάποια πράματα στη ζωή μου; Ποια είναι αυτά; Αφού εντοπίσω τις διάφορες απληστίες μου, ζητώ από το Θεό να με βοηθήσει: «Κύριε εσύ που δεν ντρέπεσαι να μας κάνεις παρέα ακόμη και εάν εμείς είμαστε αισχροί. Ομολογώ Κύριε Ιησού Χριστέ μπροστά σου, χωρίς να φοβάμαι, τις εξής αμαρτίες μου: …….. (ονομάζω και λέω εδώ τις διάφορες απληστίες). Κύριε εσύ που γνωρίζεις καλύτερα από οποιονδήποτε τον εαυτό μου, βοήθησε με να απαλλαγώ από αυτές τις προσκολλήσεις. Μάθε με Κύριε να είμαι εγκρατής και δώσε μου μια καρδιά ταπεινή. Θεέ Πατέρα, εάν δε συμμορφώνομαι, ας με εκπαιδεύσεις έστω και με τρόπο αυστηρό και σκληρό, για να έρθω στον ίσιο δρόμο, όπως κάνει ένας πατέρας που νοιάζεται για τον γιό του».

π. Πέτρος Χονγκ